Ουδείς προφήτης στον τόπο του!

Ουδείς προφήτης στον τόπο του!

Ένα ταξίδι στις δυσκολίες, στις προκλήσεις, στην επιτυχία, στην αναγνώριση, σε κάθε γη που γίνεται πατρίδα, στην πατρίδα που δυσκολεύεται να γίνει φιλόξενη γη. Το ταξίδι του Ηλία Ζούρου.

Σε μια ηλιόλουστη μέρα με καθαρό ουρανό μπορείς να κάτσεις στα ορεινά του Βύρωνα, κατά μήκος της Γρανικού, και να δεις μέχρι Πειραιά. Να φτάσει το βλέμμα σου μέχρι Προφήτη Ηλία… Άλλοτε πάλι, μπορεί το μάτι σου να μην πάει πάνω από δύο-τρία στενά, το βλέμμα να μην μπορεί να απλωθεί πέρα από τη γειτονιά, όσο κι αν προσπαθήσεις να τρυπήσεις το νέφος του ορίζοντα. Κάπως έτσι είναι και η ζωή των προπονητών. Άλλοτε εμφανείς, άλλοτε αφανείς, άλλοτε στο προσκήνιο, άλλοτε στο παρασκήνιο. Πάντα, όμως, εκεί. Θα συνεχίσουν να υπάρχουν ακόμα κι όταν δεν φαίνονται, θα συνεχίσουν να δουλεύουν για τις μέρες που ο ουρανός θα αποκαλύπτει την παρουσία τους.

Μήπως έτσι δεν είναι και οι Προφήτες;

Η βουτιά στα βαθιά!

Ήταν κι αυτή μια μορφή bullying, σε μια εποχή που ο κόσμος δε μιλούσε καν για κάτι τέτοιο ανοικτά, δεν γνώριζε και δεν τον απασχολούσε η ορολογία. Ούτε, φυσικά, οι επιπτώσεις. Αλλά για σκέψου εσένα 34ων ετών, τα όνειρά σου, τις φιλοδοξίες σου και όλα όσα έχεις δουλέψει για να καταφέρεις να γίνονται ειρωνικό στιχάκι εννέα λέξεων; Σκληρό έτσι δεν είναι; Σκληρή η πραγματικότητα, σκληρός ο κόσμος, σκληρή αυτή η δουλειά, αλλά ποιος προλαβαίνει να το σκεφτεί;

Πάνε 26 χρόνια από τότε. Πώς ανακάμπτεις μιας καριέρας που ξεκινάει ανάποδα; Ο Ηλίας Ζούρος ήταν 34 ετών, συνεργάτης του Γιάννη Ιωαννίδη στον Ολυμπιακό και έμοιαζε το πρώτο πείραμα του Σωκράτη Κόκκαλη στην ιδέα να μεγαλώνει ένας προπονητής με την ομάδα. Ένα πείραμα που θα επαναλάμβανε αργότερα με τον Τάκη Λεμονή στο ποδόσφαιρο, ανεπιτυχώς και στις δύο περιπτώσεις. Ο Έλληνας τεχνικός αναλάμβανε στις 8 Ιουνίου του 2000, χωρίς πολλά-πολλά περιθώρια να αρνηθεί, όπως ομολογούσε αργότερα.

Ήταν μία το μεσημέρι όταν η ανακοίνωση επισημοποιούσε την έκπληξη, η οποία από μέρες ψιθυριζόταν στα δημοσιογραφικά γραφεία. «Ο Ηλίας Ζούρος, με την τεχνική κατάρτισή του, το πάθος και το όραμά του για το μπάσκετ, την επαφή και επικοινωνία με τους παίκτες, αλλά και την στήριξη του κόσμου του Ολυμπιακού, είμαι σίγουρος ότι έχει μπροστά του μια λαμπρή καριέρα», θα δήλωνε ο τότε διοικητικός ηγέτης της ΚΑΕ και ο Ζούρος θα μιλούσε για τη μεγάλη πρόκληση που είχε μπροστά του. «Ευχαριστώ πολύ τον πρόεδρο του Ολυμπιακού κ. Σωκράτη Κόκκαλη για τη μεγάλη τιμή που μου έκανε αλλά και την εμπιστοσύνη που έδειξε στο πρόσωπό μου, αναθέτοντάς μου την τεχνική καθοδήγηση ενός τόσο ένδοξου και ιστορικού συλλόγου. Το μόνο που μπορώ να υποσχεθώ είναι ότι μαζί με τους συνεργάτες μου θα δουλέψουμε σκληρά για να φέρουμε τον Ολυμπιακό στη θέση που του αξίζει».

Το συμβόλαιό του είχε τριετή διάρκεια, και κράτησε ενάμιση χρόνο. Έγιναν αρκετά σε εκείνον τον ενάμιση χρόνο, υπήρξαν καλές και κακές στιγμές, υπήρξαν τρομερά επεισόδια ανάμεσα στους παίκτες και καταδικάστηκε στην… πυρά που κάθε νέος και άπειρος προπονητής θα καταδικαζόταν σε μια περίεργη εποχή για τον Ολυμπιακό. Έγινε ειρωνικό σύνθημα στα χείλη των αντιπάλων οπαδών και έπρεπε να κάνει μόνος του ένα βήμα πίσω, προκειμένου να βρει την κανονική διαδρομή της καριέρας του. Μια καριέρα που τον ταξίδεψε σε κάθε άκρη της γης, μια καριέρα που πάντα τον πληγώνει όταν επιστρέφει σε εκείνη που τον γέννησε. Ναι, είναι η μοίρα των προπονητών να μοιάζουν να περπατούν πάντα το πράσινο μίλι, να είναι οι μελλοθάνατοι που δε γνωρίζουν καν ποιο θα είναι το τελευταίο τους γεύμα.

Μήπως έτσι δεν είναι και οι Προφήτες;

Να ταξιδεύεις, να ζεις, να μαθαίνεις!

Είσαι, λοιπόν, 34 ετών. Έχεις αναλάβει τη θεωρητικά σπουδαιότερη (ή μέσα στις τρεις πιο σπουδαίες) δουλειές στη χώρα σου και έχεις αποτύχει (ή τουλάχιστον φεύγεις ως αποτυχημένος). Το πιο ισχυρό σου χαρτί το έκαψες. Πώς να παίξεις blackjack χωρίς άσους; Πρωτάθλημα Λιβάνου, Fiba Asia Champions, πρωτάθλημα Λιθουανίας, κύπελλο Λιθουανίας, πρωτάθλημα Βαλτικής Λίγκας. Κερδίζεις και με πενταφυλλία. Ο Ηλίας Ζούρος έφυγε. Ταξίδεψε. Γνώρισε. Διδάχτηκε. Σήμερα είναι 60 ετών. Έχουν περάσει περισσότερα από 25 χρόνια από τότε. Το βιογραφικό του είναι πλούσιο. Αμερική, Λίβανος, Γαλλία, Λιθουανία, Σερβία, Τουρκία, Γεωργία και, φυσικά, Ελλάδα.  Αναδείχθηκε κορυφαίος προπονητής στην Ασία το 2004, προπονητής της χρονιάς στο Eurocup το 2010, πήρε μετάλλιο του Τάγματος Τιμής στην Γεωργία – δια χειρός του προέδρου της χώρας!

Μαντέψτε πού δεν έχει αναγνωριστεί η δουλειά του; Και μαντέψτε, επίσης, ποιο είναι το σπουδαιότερο σημείο αναφοράς στο βιογραφικό του, το οποίο δεν αναφέρεται στο βιογραφικό του; Το γεγονός ότι όπου εργάστηκε του έκαναν ξανά πρόταση να δουλέψει. Ναι, ακόμα και από τον Ολυμπιακό, πριν αναλάβει ο Γιώργος Μπαρτζώκας το 2012. Υπήρξε, μάλιστα, προφορική συμφωνία, εξαιτίας της οποίας ο Ηλίας Ζούρος απέρριψε την Εφές Πίλσεν, μόνο και μόνο για να δει τα… καράβια του να πέφτουν έξω ξανά.

«Σίγουρα στην Ελλάδα θέλουν να εκμηδενίζουν καταστάσεις. Ήταν και μία κακή συγκυρία τότε και με την Εθνική, αλλά εγώ θα πω ότι μέσα από αυτή τη δουλειά, τουλάχιστον προπονητικά, αρχικά απέκτησα δύο πολύ καλούς φίλους, τον Δημήτρη Πρίφτη και τον Σωτήρη Μανωλόπουλο, δύο καταπληκτικά παιδιά και πολύ καλούς προπονητές που εξελίχθηκαν».

Ναι, σωστά. Ανάμεσα σε όλα τα υπόλοιπα, ο Ηλίας Ζούρος δούλεψε και στο αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα, με την αποτυχία πρόκρισης στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012 και το τρίποντο του Νταγκουντούρου να μοιάζει με ένα μαύρο σύννεφο που τον κυνηγάει μέχρι και σήμερα. Οι κακουχίες και οι αναποδιές δεν έλειψαν ποτέ στην καριέρα του και σε μια διαδρομή, στην οποία κάθε φορά που την εξιστορεί βρίσκεις το σκληρό ρεαλισμό του επαγγέλματος που διάλεξε. Από την Μπούντουτσνοστ και τις προπονήσεις στους μείον πέντε βαθμούς, από το Λίβανο όπου οι παίκτες έφταναν πιο μετά από την έναρξη της προπόνησης, μέχρι και τη Λιθουανία όπου ο εκκεντρικός Βλαντιμίρ Ρομανόφ του ζητούσε να κάνει rotation με βάση το ωροσκόπιο του κάθε παίκτη. Ευτυχώς, στον Αθηναϊκό συμβουλευόμαστε την Άση Μπήλιου… μόνο για τα προσωπικά μας.

Στην Ελλάδα; Έκανε σύντομα περάσματα από τη Νήαρ Ηστ και τον Άρη, πριν διακριθεί με τον Πανελλήνιο και πριν ο Πανελλήνιος – φτάνοντας μεταξύ άλλων στο final four του Eurocup – μετακομίσει στη Λαμία. Είχε αναλάβει για μερικά φεγγάρια το Περιστέρι το 2004, όμως εντέλει η ομάδα των δυτικών προαστίων δεν έπαιξε στην Α1 και ο Ηλίας Ζούρος αποχώρησε, επέστρεψε – διότι πάντα επιστρέφει – στο Περιστέρι το 2019, ακολούθησε ο Προμηθέας, η ΑΕΚ, ο Πανιώνιος, το Μαρούσι, το επαναλαμβανόμενο λάθος να αναλαμβάνεις ομάδα στο μέσο της σεζόν.

Ό,τι τον κρατούσε μακριά από τη χώρα μας για τόσα χρόνια, είναι και εκείνο που τελικά βρήκε μπροστά του. Σα να προσπαθούσε ο Τιτανικός να αποφύγει το παγόβουνο μόνο και μόνο για να πέσει σε ξέρα. «Στην Ελλάδα εκμηδενίζουμε ή αποθεώνουμε τους προπονητές μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Για μένα υπάρχουν οι καλοί επαγγελματίες, άνθρωποι που αγαπάνε τη δουλειά τους, από εκεί και πέρα όμως υπάρχουν οι καλές και κακές στιγμές, η τύχη και η ατυχία, οι τραυματισμοί, οι συγκυρίες, όλα μπορούν να αλλάξουν σε μία στιγμή. Αυτά όλα δεν μειώνουν τη δουλειά του προπονητή. Στο εξωτερικό οι άνθρωποι σέβονται πολύ περισσότερο τον ρόλο και το έργο του προπονητή. Το ευχάριστο για μένα ήταν πως όπου δούλεψα με αγάπησαν, δεν είναι τυχαίο πως όπου πήγα με ζήτησαν πίσω».

Μήπως έτσι δε συμβαίνει και με τους προφήτες;

Η ζωή έχει έναν περίεργο τρόπο να κλείνει κύκλους. Δε σε προειδοποιεί όταν το κάνει, δε σε αφήνει να μαντέψεις τη συνέχεια, ακόμα κι αν προσπαθείς. Ο Ηλίας Ζούρος κουβαλώντας μια τεράστια κληρονομιά από όσα κατάφερε στην Γεωργία, όπου μέχρι και σήμερα πίνουν όλοι νερό στο όνομά του και υποκλίνονται στη δουλειά και την προσωπικότητά του, είδε έναν μεγάλο κύκλο να κλείνει πριν μερικούς μήνες. Προφανώς και δεν το ήξερε. Ποτέ δεν το ξέρεις όταν συμβαίνει.

Εκεί, απ’ όπου ξεκίνησε, κατ’ υπόδειξη και συμβουλή κάποτε του Ανδρέα Βαρίκα, ο οποίος τον έβλεπε πολύ… κοντό για να κάνει καριέρα στο μπάσκετ ˙ στον Πανιώνιο. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, είκοσι ετών τότε, στα μέσα της δεκαετίας του 2020, εξήντα ετών σήμερα.

Πάντα προφήτης στο εξωτερικό, ποτέ προφήτης στον τόπο του…

Στον Βύρωνα, όμως, είναι διαφορετικά. Σε μια μέρα με καθαρό ουρανό, μπορείς να δεις μέχρι τον Πειραιά.

Βλέπεις μέχρι Προφήτη Ηλία…